Τι νέο υπάρχει

[CYPRUS MAIL] Πώς μπορεί η Κύπρος να γίνει ουδέτερη ως προς τον άνθρακα;...

  • Εκκινητής νήματος News
  • Ημερομηνία έναρξης
green-energy-renewable-wind-farm-sustainability-960x629.jpg

Του Θεόδωρου Ζαχαριάδη

Η Ευρωπαϊκή Ένωση υιοθέτησε τον Ευρωπαϊκό Νόμο για το Κλίμα (Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119) το 2021, ο οποίος απαιτεί από την ΕΕ να επιτύχει καθαρές μηδενικές εκπομπές το 2050, δηλαδή, εάν εξακολουθούν να υπάρχουν εκπομπές, θα πρέπει να αντισταθμίζονται από καταβόθρες άνθρακα μέσω φυσικών παρεμβάσεων ή από τεχνολογίες για την απομάκρυνση του διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα.

Για να επιτευχθεί ο καθαρός μηδενισμός των εκπομπών στην Κύπρο, το μερίδιο των πετρελαιοειδών, το οποίο αντιπροσωπεύει σήμερα το 85% των πρωτογενών ενεργειακών αναγκών, πρέπει να μειωθεί πολύ σημαντικά, πρώτα με την έλευση του φυσικού αερίου για την ηλεκτροπαραγωγή και στη συνέχεια με τον εξηλεκτρισμό όλων των ενεργειακών τομέων τελικής χρήσης και την υψηλή διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, και να μηδενιστεί ουσιαστικά μέχρι το 2050.

Χαρακτηριστικά μιας κλιματικά ουδέτερης κυπριακής οικονομίας

Τα βασικά χαρακτηριστικά μιας κλιματικά ουδέτερης κυπριακής οικονομίας στα μέσα του 21ου αιώνα, αναμένεται να είναι τα ακόλουθα:


  • Σχεδόν πλήρης απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα σε όλες τις τελικές χρήσεις ενέργειας (κτίρια, βιομηχανία, μεταφορές, υπηρεσίες, γεωργία) και αντικατάστασή τους από ηλεκτρισμό και ανανεώσιμες πηγές.
  • Υπερδιπλασιασμός της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας το 2050 σε σχέση με σήμερα, λόγω του εξηλεκτρισμού ολόκληρης της οικονομίας
  • Συνδυασμός των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και του φυσικού αερίου στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στο βαθμό που οι μονάδες φυσικού αερίου θα δεσμεύουν το παραγόμενο διοξείδιο του άνθρακα. Εάν η δέσμευση του διοξειδίου του άνθρακα αποδειχθεί ανέφικτη ή εξαιρετικά δαπανηρή, το σύνολο της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας θα καλυφθεί από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
  • Ενεργειακή αξιοποίηση των οργανικών αστικών, βιομηχανικών και κτηνοτροφικών αποβλήτων και εξάλειψη της διαρροής μεθανίου από χώρους αποβλήτων.
  • Εκτός από τον εξηλεκτρισμό, η χρήση ανανεώσιμου υδρογόνου στις μεταφορές και τη βιομηχανία, εξαρτάται από τις τεχνοοικονομικές εξελίξεις στις αντίστοιχες τεχνολογίες.
  • Χρήση καθαρών καυσίμων στη ναυτιλία και την αεροπορία με βάση ανανεώσιμο υδρογόνο, ανάλογα με τις τεχνολογίες που βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης.

Επιτάχυνση των πράσινων επενδύσεων

Η μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα θα πρέπει να είναι ταχεία, ώστε να βοηθήσει την Κύπρο να ευθυγραμμιστεί με τις δεσμεύσεις της ΕΕ στο πλαίσιο της Συμφωνίας του Παρισιού. Εκτιμούμε ότι οι συνολικές δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις την περίοδο 2031-2050 πρέπει να υπερβούν τα 80 δισ. ευρώ (σε σταθερές τιμές του έτους 2022), ή το 9% του ΑΕΠ ολόκληρης της περιόδου. Από αυτές, οι δημόσιες επενδύσεις θα πρέπει να απορροφούν σχεδόν το 1% του ΑΕΠ κάθε χρόνο μέχρι το 2050. Αυτό αντιστοιχεί σε διπλάσιο ποσό από τους δημόσιους πόρους που θα διατεθούν για τη δράση για το κλίμα κατά την τρέχουσα δεκαετία.

Η εφαρμογή του σεναρίου της κλιματικής ουδετερότητας απαιτεί υψηλότερες επενδύσεις, αλλά αποδίδει σημαντικά μειωμένο κόστος εισαγωγής καυσίμων (και λειτουργικό κόστος εν γένει) κατά την περίοδο 2031-2050. Ως εκ τούτου, οι επενδύσεις αυτές μπορεί να είναι επωφελείς για την οικονομία και την κοινωνία και, λόγω του χαμηλότερου λειτουργικού κόστους μεσοπρόθεσμα, απελευθερώνουν πόρους που μπορούν να επανεπενδυθούν στην οικονομία. Εάν, επιπλέον, ληφθούν υπόψη τα παρεπόμενα οφέλη, όπως η μειωμένη ατμοσφαιρική ρύπανση και οι χαμηλότερες κλιματικές ζημίες, τα οικονομικά οφέλη αυξάνονται περαιτέρω κατά τουλάχιστον 1,5 δισ. ευρώ σε τιμές 2022, για την περίοδο αυτή.

Οφέλη, αλλά και προκλήσεις

Η πράσινη μετάβαση θα μπορούσε να οδηγήσει σε αρνητικές δημοσιονομικές συνέπειες, εάν δεν ληφθούν έγκαιρα μέτρα για τη διασφάλιση της δημοσιονομικής ισορροπίας. Εκτός από επιμέρους μέτρα, θα πρέπει να αναπροσανατολιστούν οι δημόσιες επενδύσεις και επιχορηγήσεις από τομείς που αντίκεινται στην πράσινη μετάβαση

Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η σημερινή κατάσταση, με την υψηλή εξάρτηση από τις εισαγωγές καυσίμων με μεγάλες διακυμάνσεις στις διεθνείς τιμές, δημιουργεί επίσης δημοσιονομικές πιέσεις. Η πρόσφατη εμπειρία από τα μέτρα στήριξης που εφαρμόστηκαν το 2022-24 δείχνει ότι η συνέχιση της τρέχουσας κατάστασης μπορεί να οδηγήσει σε χειρότερες δημοσιονομικές επιδόσεις από ό,τι η πράσινη μετάβαση.

Ο ευρύτερος μακροοικονομικός αντίκτυπος της πράσινης μετάβασης είναι αβέβαιος. Υπάρχουν σημαντικές θετικές πτυχές. Για παράδειγμα, η μείωση του κόστους λειτουργίας της οικονομίας μόλις υλοποιηθούν οι πράσινες επενδύσεις θα απελευθερώσει πόρους για το κράτος, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά που μπορούν να επενδυθούν και να ενισχύσουν την οικονομική ανάπτυξη. Επιπλέον, η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα μειώνει την αβεβαιότητα που δημιουργείται από τις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι οποίες δημιουργούν πληθωριστικές πιέσεις και λειτουργούν ως τροχοπέδη στις επενδύσεις και τις δημόσιες δαπάνες. Αυτό θα έχει επίσης θετική επίδραση στην κυπριακή οικονομία.

Από την άλλη πλευρά, η μετάβαση σε μια οικονομία με υψηλές αρχικές επενδύσεις κεφαλαίου και χαμηλότερο λειτουργικό κόστος θέτει προκλήσεις για τον πληθωρισμό, το εμπορικό ισοζύγιο και ίσως τελικά για την ανάπτυξη. Προκειμένου να αποφευχθούν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις από την πορεία προς την κλιματική ουδετερότητα, είναι απαραίτητο να προσαρμοστεί έγκαιρα το φορολογικό σύστημα στις ιδιαιτερότητες της πράσινης οικονομίας, να ενισχυθεί η εγχώρια παραγωγή, ώστε πολλές από τις πράσινες επενδύσεις να δημιουργούν προστιθέμενη αξία στην κυπριακή οικονομία, και να διασφαλιστεί η διαθεσιμότητα επαρκών εργατικών πόρων για την υλοποίηση των επενδύσεων αυτών.

Η σημασία του αξιόπιστου σχεδιασμού

Οι εκτιμήσεις για το κόστος, τις κεφαλαιουχικές επενδύσεις και άλλες επιπτώσεις μέχρι το 2050 υπόκεινται αναπόφευκτα σε αβεβαιότητες. Στο πλαίσιο αυτό, οι δημόσιες αρχές πρέπει να καθορίσουν ένα αξιόπιστο μείγμα πολιτικής που θα συντονίζεται κεντρικά σε κυβερνητικό επίπεδο και θα περιλαμβάνει (α) στήριξη των πράσινων επενδύσεων και των δράσεων καινοτομίας, (β) απόσυρση δημόσιων πόρων από περιβαλλοντικά επιβλαβείς επενδύσεις και (γ) συνδυασμό πράσινων φόρων και επιδοτήσεων, εφαρμόζοντας τα κριτήρια βιώσιμης χρηματοδότησης της ΕΕ.

Αν και το 2050 απέχει 26 χρόνια, όλες οι επενδύσεις θα πρέπει να προσανατολίζονται από σήμερα προς τον στόχο των καθαρών μηδενικών εκπομπών το 2050, διότι η καθυστέρηση της πράσινης μετάβασης θα κοστίσει περισσότερο στην κοινωνία. Μέτρα που σήμερα φαίνονται πολύ ακριβά και που μια τυπική ανάλυση κόστους-οφέλους θα περιέγραφε ως ασύμφορα είναι πιθανό να είναι απαραίτητα για την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας. Αντίθετα, οι πολιτικές που επί του παρόντος φαίνονται ως οι πλέον αποδοτικές από πλευράς κόστους μπορεί να εγκλωβίσουν την οικονομία σε μια πορεία υψηλών εκπομπών (δέσμευση άνθρακα) για πολλά χρόνια, να αποτρέψουν την πράσινη μετάβαση έως το 2050 και να οδηγήσουν σε περιττά περιουσιακά στοιχεία.

Οι θέσεις εργασίας που μπορεί να επηρεαστούν από την πορεία προς καθαρές μηδενικές εκπομπές ανέρχονται σε λιγότερο από το 13% της συνολικής απασχόλησης. Επειδή η χώρα έχει πολύ μικρή πραγματικά ενεργοβόρα βιομηχανική δραστηριότητα, οι περισσότερες από αυτές τις θέσεις εργασίας δεν κινδυνεύουν ουσιαστικά, αλλά μπορεί να απαιτηθεί η επανεκπαίδευση μέρους του εργατικού δυναμικού.

Ανεξάρτητα από τις παραπάνω προκλήσεις, είναι σαφές από την παγκόσμια επιστημονική γνώση που έχει συσσωρευτεί τα τελευταία χρόνια ότι το κόστος της μετάβασης στην κλιματική ουδετερότητα είναι πολύ χαμηλότερο από το κόστος της ανεξέλεγκτης κλιματικής αλλαγής, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε δραματικές φυσικές και οικονομικές ζημιές, με σοβαρές κοινωνικές επιπτώσεις στην Κύπρο, την Ευρώπη και την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Αναδεικνύοντας τόσο τα οφέλη όσο και τις προκλήσεις και τις δυσκολίες, επιχειρούμε να συμβάλουμε στην προετοιμασία των κυβερνητικών αρχών για τις μελλοντικές εξελίξεις, με σαφή στόχο την επιτυχία της πράσινης μετάβασης.

Ο Θεόδωρος Ζαχαριάδης είναι Καθηγητής στο Ινστιτούτο Κύπρου και Αντιπρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος. Το άρθρο δημοσιεύεται και στο blog της Κυπριακής Οικονομικής Εταιρείας.


Τα περιεχόμενα αυτού του άρθρου, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών εικόνων, ανήκουν στην Cyprus Mail
Οι απόψεις και οι γνώμες που εκφράζονται είναι του συγγραφέα ή/και της Cyprus Mail

Πηγή

 
Πίσω
Κορυφή